- Πουά Καρώ -

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Ώρα προσέλευσης: 7:15. Αριθμός προτεραιότητας: δεκαοκτώ.

Όλη η ζωή μας μια ουρά. Λες και θέλουν να μας θυμίζουν πως είμαστε κοπάδι. Κάθε φορά που καταφέρνουμε να αφεθούμε στη ψευδαίσθηση πως έχουμε τον έλεγχο της ζωή μας, βρισκόμαστε και πάλι σε κάποια ουρά. Μια μορφή ταπείνωσης.

Από νωρίς το πρωί, στημένοι για το νουμεράκι. Την αισθάνεσαι την μεταρρύθμιση στο πετσί σου μαζί με το πρώτο κρύο του χειμώνα. Παραδοθήκαμε στην ουρά. Δε διαμαρτύρεται κανείς πια. Μόνο παράπονο. 

«Δεν τους νοιάζει ο κόσμος;» ακούς κάποιοι να λένε σαν να τους μοιάζει αλλοπρόσαλλη αυτή η αδιαφορία. «Δεν τους νοιάζει.» απαντούν οι άλλοι. «Δεν τους νοιάζει που οι άνθρωποι περιμένουν στο δρόμο;» επιμένουν να ρωτούν οι πρώτοι σαν να περιμένουν κάποιος να τους φωνάξει «Με νοιάζει! Εμένα με νοιάζει.»

Κι ενώ κανείς δεν τους αποκρίνεται συνεχίζουν να μονολογούν «Τουλάχιστον παλιότερα υπήρχε χώρος να καθίσει ο κόσμος. Όταν βρέχει; Τι θα γίνει όταν βρέχει; Που θα περιμένει ο κόσμος; Για τη πληρωμή πας στη τράπεζα, για τ’ άλλα τρέχεις στο κέντρο. Τι φταις κι εσύ που τα ακούς. Τη δουλειά σου κάνεις.» Κι η αλήθεια είναι πως δεν έφταιγε η κοπελιά που στήθηκε εκεί απ’ το χάραμα να μοιράσει κάρτες.

«Για ηλεκτρολόγο, κυρία;» Είναι πια μέρος της διαδικασίας να παίρνεις τη κάρτα. Μια κρυφή κατανόηση και κάτι να θυμίζει τα παλιά. «Για ηλεκτρολόγο, κύριε;» Την θυμάμαι και στο προηγούμενο κτίριο, όταν οι άνθρωποι έμοιαζαν τότε πιο βιαστικοί και θυμωμένοι. Τώρα θα λεγε κανείς πως έχουν άπλετο χρόνο και κοντοστέκονται και παίρνουν την κάρτα και πιάνουν τη κουβέντα. «Ήσουνα και χτες εδώ.»

Μέσος χρόνος αναμονής : είκοσι λεπτά, ανακοινώνει κάποιος μεγαλόφωνα μόλις πήρε το χαρτάκι με τον αριθμό προτεραιότητας. Γελάμε. Μετά από κάνα τρίωρο στην αναμονή ακούγεται αστείο. «Ακόμη εδώ, ε; Μετά κατευθείαν δουλειά;»

Μια κυρία κάθισε στο πεζούλι να κάνει τσιγάρο. Έβγαλε απ’ τη τσάντα της τα τσιγάρα, τον αναπτήρα κι ένα φορητό τασάκι. «Πάντα το παίρνω μαζί μου. Όπου πάω,  χρόνια τώρα. Γιατί να τα πετάω κάτω. Κοίτα!»  Και δείχνει τα πεταμένα αποτσίγαρα στο πεζοδρόμιο. Νόμισα για μια στιγμή πως θα με ρώταγε «Δεν τους νοιάζει;» Ντράπηκα και κράτησα το δικό μου αποτσίγαρο δίπλα μου, στο πεζούλι. Ύστερα άρχισε κι αυτή να μιλάει για την ταλαιπωρία του κόσμου στην ουρά. Περίεργο. Κανείς δεν μίλαγε για τον εαυτό του. «Δεν τους νοιάζει;» «Είναι ρομαντικό αυτό που λέτε.» Λυπήθηκα που της απάντησα έτσι.  Δεν έπρεπε. Σαν να της στάθηκε το παράπονο στο λαιμό.

Μια άλλη κυρία με κόκκινη ζακέτα αφήνει στο μηχάνημα τακτοποιημένο ένα χαρτάκι. Το χτυπάει ελαφρά σαν να του λέει «Κάτσε εδώ, καλό μου, ώσπου να σε πάρουν». Λίγο αργότερα ένας κύριος παίρνει το χαρτάκι ρίχνοντας γύρω κλεφτές ματιές. Αριθμός προτεραιότητας 105. Μέσος χρόνος αναμονής : είκοσι λεπτά.




Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Τον εαυτό μου τον συνάντησα γύρω στα σαράντα και τον στερέωσα εκεί, κάπου στα τριανταπέντε. Η ταυτότητα μου υπολογίζει σαράντα δύο χρόνια και με απεικονίζει στα δώδεκα. Τις προάλλες μου πέρασε απ' το μυαλό η σκέψη πως έχω μεγαλώσει αλλά την θεώρησα πολύ ανόητη.

Τριάντα τέσσερα – τριάντα πέντε. Κάπου εκεί είχα αφήσει και την μάνα μου. Κάπου στα τριάντα πέντε θα ήμουνα γύρω στα εννέα. Τότε ολοκληρώθηκε η παιδική μου ηλικία. Τριάντα τέσσερα με τριάντα πέντε κι εγώ οκτώ με εννέα.

Βέβαια δεν αποφάσισα ακόμη τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Κάνω διάφορα εδώ και χρόνια αλλά τι θα γίνω; Καταλαβαίνεις;  Αναρωτιέμαι αν έγινα ήδη αυτό που ήθελαν οι άλλοι. Ακόμη κρύβω κάποιες φορές κάτω από τα βιβλία της ιστορίας και των θρησκευτικών εκείνα που θέλω να διαβάσω και λύνω τις ασκήσεις στα διαλείμματα.

Τον εαυτό μου τον έχω αφήσει εκεί, κάπου στα τριάντα πέντε. Κάπου εκεί σ’ ονειρεύομαι κι ύστερα, εσύ μεγαλώνεις. Δεν καταλαβαίνω τι σ' έχει πιάσει και μεγαλώνεις. Θ’ αφήσεις τα μαλλιά σου να μακρύνουν;

Όταν μεγαλώσω θα παίζω φυσαρμόνικα και θα βουλιάζω τα γυμνά πόδια μου στις λάσπες. Και θα κουνάω τα χέρια όταν σε βλέπω να έρχεσαι. Και θα χω στα μαλλιά μου ένα μαρκαδόρο πράσινο και θα τρώω ζεστό ψωμί, με βούτυρο και ζάχαρη. Και θα χω τα πόδια μου στις λάσπες... μα στο χω πει ήδη αυτό έτσι δεν είναι; Και θα τρώω ζεστό ψωμί με φρεσκοκομμένη ντομάτα που μοσχοβολάει. Ή θα βάζω βούτυρο και ζάχαρη; Τι σου χω πει;

Μερικές φορές τώρα τελευταία αισθάνομαι το στήθος μου να φουσκώνει. Λες να μεγαλώνει η καρδιά μου; Κι αν μεγαλώνει η καρδιά μου πόσο χρονών με κάνει;


Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Απαντήσεις που αφήνουν την αίσθηση του ανικανοποίητου. Αναζητήσεις ανάμεσα σε αποσπασματικά  πρόσωπα, αφηγήσεις και σκηνές. Απαντήσεις που έρχονται με χρονοκαθυστέρηση κι αναζητούν  αποδέκτη κινδυνεύοντας να σε παρασύρουν σ' ένα ατέλειωτο στροβίλισμα. Αν καταφέρεις να κοπάσεις αυτό τον στρόβιλο μπορείς μετά να καθίσεις με τον εαυτό σου και να αναζητήσεις ένα κώδικα συνδιαλλαγής μαζί του.

Το λύσιμο της σιωπής και η εξανέμιση και της τελευταίας δικαιολογίας του αδικαιολόγητου. Μυστικά, μικρά ή μεγάλα, που μοιάζουν τεράστια, ασήκωτα, με ή χωρίς τη δική σου ευθύνη. Κρατήθηκαν τόσο καιρό κλειδωμένα στα συρτάρια που αράχνιασαν και σου δημιουργήθηκε η πεποίθηση πως κάπως έτσι πρέπει να μοιάζουν τα μυστικά. Με το λύσιμο της σιωπής όλα γίνονται γήινα, η ντροπή, οι ενοχές και ο φόβος και μπορείς να σταθείς απέναντί τους και να υπερασπιστείς αυτούς περιμένουν να υπερασπιστούν από σένα. Στέκεσαι. 

Αυτοί οι ξένοι. Απόντες από τριβές, παραφωνίες κι αμφισβητήσεις. Δεν έχουν να προσφέρουν ούτε μια ανάμνηση. Άγνωστοι, απροσπέλαστοι, μακρινοί. Κλείνουν εκ των υστέρων ένα ραντεβού για να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες τους στο βαθμό και στην έκταση που αυτό διατηρεί την επινοούμενη ηθική τους τάξη. Καλοί άνθρωποι. Είναι γνωστοί ως τέτοιοι, αυτοί οι κατά άλλα ξένοι που βρίσκουν πάντα κάποιους πρόθυμους να μεταφέρουν τις εκτιμηθείσες αγαθές προθέσεις τους.

Συχνά, σχεδόν με εμμονή, αποδίδουμε στους άλλους μία συνειδητότητα ή έστω ένα κάποιο προβληματισμό σαν να 'ναι αυτό μια επιβεβαίωση της δικής μας συνειδητότητας και προβληματισμών και της ύπαρξης ενός μέρους του εαυτού μας πιο ανθρώπινου από τα άλλα. Σαν έτσι να κρατάμε, για να μην απορρίψουμε ένα μέρος του εαυτού μας. Άνθρωποι που μας μοιάζουν και τους μοιάζουμε και μας προκαλούν ένα φόβο πως είμαστε ίδιοι και σπεύδουμε να τους δικαιολογήσουμε ή να τους τιμωρήσουμε βάναυσα. Παίρνει πολύ χρόνο για να ανακαλύψεις πως είσαι εσύ, ένας άλλος, μοναδικός άνθρωπος και οι όποιες ερμηνείες του εαυτού σου είναι δικές σου και δεν μπορείς να τις τοποθετείς δεξιά κι αριστερά δημιουργώντας κλωνοποιημένα συναισθήματα. Και βέβαια η ερμηνεία των άλλων, δεν είναι δική σου ερμηνεία και δεν μπορεί να εισβάλλει στα ενδότερα σου.

Δεν είναι εύκολο να αναλάβεις την ευθύνη του εαυτού σου, μια κάποια έστω ευθύνη μια κι αυτή εξελίσσεται, και να διατηρήσεις ένα ίχνος συνειδητότητας και ειλικρινή προβληματισμού. Κι ίσως κάποια στιγμή να καταφέρεις ή  να σταθείς αρκετά τυχερός και να συλλέξεις περισσότερα κομμάτια σου, απ' αυτά που μοιάζουν κι αυτά που διαφέρουν, χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογήσεις ή να αποστραφείς κάποιο απ' αυτά και να σταθείς ως ένας μοναδικός άνθρωπος και να μπορέσεις να διαχειριστείς την μεταμόρφωση σου. Και πάλι όμως δεν παύεις να αμφιβάλεις, κι αυτή η αμφιβολία είναι ωφέλιμη για την διατήρηση του εσωτερικού απροσμέτρητου και την αποφυγή της πλάνης μιας πλήρης κατανόησης του και της έπαρσης που την ακολουθεί. Μια αμφιβολία και μια έγνοια τόση όση χρειάζεται ώστε να μην μετατρέπονται σε φόβο και πανικό και να μην ροκανίζουν την εσωτερική σου γαλήνη και ισορροπία.

Η γη δεν σταματά ποτέ να κινείται ακόμη κι όταν κάνουμε ένα διάλειμμα απ' αυτήν. Κι είναι εντάξει, κι είναι κάποιες φορές κι απαραίτητο, να κάνουμε ένα διάλειμμα να διαχειριστούμε τα δικά μας ενώ γύρω μας συνεχίζει να συμβαίνει ο κόσμος. Κι είναι εντάξει κάποιες φορές να επιλέγουμε την ιδιωτικότητα μας και την σιωπή μας και να διατηρούμε την πεποίθηση μας πως ο κόσμος εξακολουθεί να είναι εκεί, μα θα χρειαστεί να γνωριστούμε απ' την αρχή μαζί του και να μάθουμε απ' την αρχή να μιλάμε και να ακούμε ο ένας στον άλλο με ένα τρόπο που να βγάζει νόημα και τότε αυτή η αποχή μας απ' το κόσμο μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας  ατέρμονης διαδικασίας συνάντησης, αναγνώρισης κι αποδοχής που διακόπηκε ενσωματώνοντας τη διακοπή στην ίδια αυτή διαδικασία.  

Συμβαίνει να μοιάζει κάποιες φορές ως μόνη διέξοδος να αποστειρώσουμε το περιβάλλον μας και να νιώσουμε ασφαλείς και γαλήνοι μέσα σˊ αυτή την αποστειρωμένη ασφάλεια, αργά ή γρήγορα όμως η ζωή θα βρει ένα τρόπο να παρισφρύσει. Πως διαχειρίζεσαι την ζωή όταν παρισφρέει; Αυτό είναι το ερώτημα και το κριτήριο. Χρειάζεται μια κάποια εντιμότητα για να μην περάσεις το σημείο που μετά απ' αυτό τα πάντα είναι, γίνονται βαρβαρότητα. Είναι απίστευτο πόσους μηχανισμούς διαθέτουμε για να αποφύγουμε αυτή την επώδυνη εντιμότητα κι ευθύνη. Πάντα υπάρχει μια ιστορία να ειπωθεί για ν' αποφύγουμε μια άλλη κι ο εαυτός μας διαθέτει πολλούς εναλλακτικούς ρόλους συμβατούς με την επιλεγμένη αφήγηση μας.

Επιβεβαίωση, αιτιολόγηση και τιμωρία. Τελικά το όριο βρίσκεται στο αν συμβαίνουμε εγωιστικά μόνοι ή μαζί. Αν μεγαλώνουμε μαζί χωρίς όμως να τροφοδοτούμε το μεγάλωμα μας απ' το μεγάλωμα των άλλων. Διατηρώντας τα δικά μου, τα δικά σου και τα κοινά, που κι αν μπερδεύονται δεν ταυτίζονται κι αν μοιάζουν δεν γίνονται ποτέ ίδια. Τότε τα λάθη μπορούν να συγχωρεθούν και να παραμείνουμε γνώριμοι μεταξύ μας χωρίς να έρχεται μια στιγμή που αναρωτιόμαστε ποιος είναι αυτός ο ξένος που προσπαθεί να μας πιάσει το χέρι. Γνώριμοι, χωρίς να απαιτείται να συντροφεύουμε ο ένας τον άλλον. 

Συχνά δεν αρκούν οι απαντήσεις χρειάζεται η ανάγνωση και η αποδοχή τους, μια κάποια μορφή αποδοχής τελοσπάντων, για να προχωρήσεις στο επόμενο βήμα. Είναι αυτές οι επόμενες απαντήσεις που έδωσα στον εαυτό μου μέχρι η αποδοχή τους ως τέτοιες να φέρει άλλες μικρές συνειδητοποίησεις ή διαδοχικές πλάνες.


Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016



Όταν το θυελλώδες περνά και τα πολλά πρόσωπα γίνονται ένα, ένα, ένα με πρωτόγνωρη ένταση βιώνονται τα συναισθήματα. Πόνος και ευφορία. Πως υπήρξαν κάποτε όλα τόσο επίπεδα, άχρωμα και άοσμα και προπάντων πως επιβίωσαν; Αναρωτιέμαι, κάποιες φορές με αγωνία, αν η ένταση των συναισθημάτων θα μετριαστεί στο χρόνο και τα χρώματα ξεθωριάσουν.
Και των άλλων τα πρόσωπα γίνονται ένα. Ένα καινούργιο άγνωστο πρόσωπο που δεν βιάζομαι να γνωρίσω. Ούτε κι αυτοί εμένα. Συμβαίνουμε μαζί κάποιες φορές. Μˊ ένα φλυντζάνι καφέ που αδειάζει αργά. Ή ένα ποτήρι κρασί. Κι ένα τασάκι που γεμίζει. Παρακολουθώ την στάχτη πριν την τινάξω με τρυφερότητα. Θα μπορούσαμε να κουβεντιάζουμε για πράγματα ανώδυνα ή πράγματα επώδυνα με ένα ανώδυνο τρόπο. Μπορεί να γίνει κι έτσι. Να συμβούμε μαζί ανώδυνα. Αυτή ας πούμε θα μπορούσε να είναι μια κανονική συζήτηση. Την ονειρεύτηκα πριν ακόμη συμβεί κι επομένως είναι σίγουρα μια κανονική συζήτηση.
Αυτή η αναφορά μας στο παρελθόν κάτι σημαίνει έτσι δεν είναι; Μια ακινησία. Μια στασιμότητα σˊ ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Μα δεν είμαστε εκεί πια, μόνο κάποιες στιγμές αμφισβήτησης παλιδρομούμε στο παρελθόν αναζητώντας τα περασμένα πρόσωπα μας κι αγαπιόμαστε με κείνους τους περασμένους εαυτούς μας.
Ξέρεις, όταν κάποιες φορές εκείνο το θυμωμένο κομμάτι του εαυτού μου επιστρέφει, μου φέρνει μια αναστάτωση που ανάμεσα σε τόσους αγνώστους συναντώ ένα παλιό γνώριμο. Δεν ξέρω τι θα κάνω μˊ αυτό, σήμερα όμως κατάλαβα πως δεν πρέπει να το αγνοώ από φόβο.
Όταν όλα τα πρόσωπα γίνουν ένα όλα μοιάζουν καινούργια κι οι άνθρωποι σου φέρνουν συναισθήματα σαν να ναι η πρώτη φορά. Και σαν τώρα να 'ναι η πρώτη φορά παίρνεις αποφάσεις. Επιλέγεις. Αυτό μ’ αρέσει, αυτό όχι. Αυτό το δικαιούμαι, αυτό όχι. Αυτό το απαιτώ. Ακούς; Το απαιτώ. Κατανοώ. Βλέπεις; Κατανοώ. Λυπάμαι. Να ξερες πόσο λυπάμαι! Σ’ αγαπώ. Σ’ όλα δίνεις ένα όνομα σαν να χουν την ανάγκη να ονομαστούν.
Κι όμως, σαν να θέλει να σε συνετίσει μια τρυφερή φωνούλα ακούς να σου λέει με λυγμό, παράπονο και αγωνία «δεν μ’ αγαπάς!» κι ακουμπάς το στήθος σου και σκύβεις και της ψυθυρίζεις «Σ’ αγαπώ! Καλημέρα. Κοίτα τα δέντρα που φτάνουν στον ουρανό! Σ' αγαπώ! Κοιμήσου. Σ' αγαπώ.».

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016



Κάποιος κλάδεψε την αμπαρόριζα του, δεμάτιασε τα κλαδιά και τ' άφησε δίπλα στον κάδο. Έκοψα τα κλαδεμένα και φύτεψα σε δυο – τρεις μεριές και σε μία για την κυρία απέναντι που πάει βόλτα την Ντόλη, την σκυλίτσα που κάθε φορά έρχεται στο παράθυρο να χαιρετήσει την Τσάρλυ κι αυτή για αρκετό καιρό την υποδεχόταν με ένα κχχχχχ.
Δεν είναι η πραγματικότητα εκείνη που σε συνεφέρνει τελικά. Είναι τα καινούργια θέλω που έρχονται και τα παλιά που ο χρόνος τους έχει τελειώσει και τα αποχαιρετάς. Τα καινούργια που αρχίζεις να διεκδικείς ενώ η πραγματικότητα δεν τολμά να σου φέρει αντιρρήσεις. Όσο σκόντο ήτανε να κάνεις το κανες με τα προηγούμενα, αυτά που αποχαιρέτησες και συγχώρεσες για τον πεπερασμένο χαρακτήρα τους, κι η πραγματικότητα πάντα μη συνεννοήσιμη απλά σου ροκανίζει τον χρόνο αν πολυπιάσεις κουβέντα μαζί της.
-          Τι καθαρό μουτράκι έχεις σήμερα;
-          Ξέρεις γιατί; να μην λένε «ο τζιύφτος»...
Παρατηρείται μια τάση φυγής. Τελευταία μου περνάε συχνά απ' το μυαλό να σηκωθώ και να φύγω απ’ αυτή την πόλη. Αναρωτιέμαι τι πραγματικά με κρατάει εδώ εκτός από μια ψευδαίσθηση πως έχω πρόσβαση σε μέρη που δεν θα πάω ποτέ ή σπανίως πηγαίνω και σε μέσα που δεν θα χρησιμοποιήσω ποτέ ή μου είναι άχρηστα τελικά και το σημαντικότερο οι άνθρωποι που δεν θέλω να αποχωριστώ αλλά σπανίως συναντώ πια. Να δώσω μια μούντζα στη πόλη και να φύγω. Σ’ αυτήν την άρρωστη κατάσταση του άγχους και της τρεχάλας. Απ’ την άλλη λίγος χρόνο σ’ ένα στέκι, διαφορετικό από τ’ άλλα, με κάνει να αναθεωρώ και να αναρωτιέμαι αν η πόλη ευθύνεται πραγματικά για όσα της καταλογίζουμε.
«Έχει σημασία ποιοι καταφέρνουν να σε ξεσηκώσουν για να φύγεις μαζί τους.» Συνεχίζω ένα διάλογο που αφήσαμε στην μέση ή σε κάποιο σημείο τελοσπάντων.
-          Εσύ τι λες; Καλό είναι να πάω στο σχολείο;… Έσιεις ένα μπισκότο;
Ξεπετάχτηκε πάλι ο βαμβακούλας και μοιάζει να φλερτάρει το γκράφιτι απέναντι. Εκείνο δεν δίνει σημασία. Παραμένει ακίνητο. Οι οδοκαθαριστές δεν περνάνε από δω πια. Μόνο από τον κεντρικό δρόμο. Μου πέρασε μια σκέψη να σπρώξω την λάσπη και τα σκουπίδια στην λεωφόρο. Σε λίγο θα βλέπουμε ποντίκια να παίζουν τρίλιζα στον δρόμο. Για ό,τι είναι έξω απ’ το κατώφλι μας, κανείς. Ούτε εμείς, ούτε οι άλλοι. Ο δρόμος που περνάει από μπροστά μας παραμένει αδιάφορος. Περνάει από μπροστά μας και σχεδόν μπαίνει στο σπίτι μας. Θα μπει μια μέρα και θα συναντήσουμε αναγκαστικά αυτόν τον άγνωστο που θα μας τα ψάλλει κανονικά για την χρόνια αδιαφορία μας.
Τα νεράντζια κυλάνε στο δρόμο. Ο Χρήστος σπρώχνει ένα με το πόδι. Την Παρασκευή ο Γκάμπι πέταξε την μπάλα του στο καμπαναριό και μια κυρία που τον αγαπάει πολύ του πήρε μια άλλη. Ολοκαίνουργια.
-          Είναι μάρκα! Δες στο κομπιούτερ. Πόσο κάνει;
-          Δεν έχει σημασία πόσο κάνει, Γκάμπριελ. Σημασία έχει πως μια κυρία που σ’ αγαπάει πολύ σου πήρε αυτή την μπάλα.
-          Με είδες εκεί στα σκουπίδια; Είχα χάσει αυτό το κολιέ και το έψαχνα.
-          Έχω λίγο κέικ. Θέλεις;
Νεράτζια και λάσπη. Δεν ανήκουν σε κανένα και κανείς δεν τα πετάει. Ποτέ τα νεράντζια δεν έδειχναν τόση παραίτηση κι αδιαφορία. Κάποιοι έκοψαν τις νεραντζιές που ήταν μπροστά στην πολυκατοικία τους κι αυτές άρχισαν κιόλας να πετάνε κλαδιά και φύλλα. Μπροστά σ’ ένα κατάστημα κάποιος άφησε ένα σημείωμα «ΜΗΝ ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΚΥΛΑΚΙΑ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΚΑΚΑ ΣΤΟ ΔΕΝΤΡΟ».

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Το κενό υπεισέρχεται όταν προσπαθείς να εξαπατήσεις την λεκτικοποίηση με σκέψεις δευτερεύουσες. Σετάκι. Το παιρνα μαζί μου. Ίδια ρούχα, ίδια παπούτσια και κάλτσες… σετάκι. Ταιριαστά. Ποτέ δεν το ‘χα συνειδητοποιήσει μέχρι τώρα. Περίεργο είχα πάντα την εικόνα μπροστά μου αλλά δεν το θυμόμουνα. Το κενό υπεισέρχεται όταν προσπαθείς να το αποφύγεις. 

Με θυμώνει το γήρας κι ό,τι φέρνει. Ο χρόνος, η φθορά, η μυρωδιά, η υπόνοια του αποχωρισμού, τα μικρά βήματα, οι σκυφτοί ώμοι και το κεφάλι που κοιτάει κάτω. Η ανικανότητα κι η ασυνεννοησία, τα υπολείμματα φαγητού στα πλυμένα πιάτα, το τρέμουλο κι η αδεξιότητα, τα αφημένα πράγματα εδώ κι εκεί, τα πεσμένα στήθη, τα αδύναμα μαλλιά, τα πρησμένα πόδια, τα μάτια που δυσκολεύονται να δουν, η αδύναμη ακοή, «Ε; Τι;»

-  Εμείς δεν θα γεράσουμε, έτσι δεν είναι;

Σετάκι. Εγώ κι ο άλλος, ο εαυτός, ο αδελφός. Σαν την κάλτσα με το μανταλάκι ένα πράγμα. Εγώ ήμουνα το μανταλάκι. Κούναγε την κάλτσα ο αέρας κράταγε το μανταλάκι, έφυγε η κάλτσα κράταγε το μανταλάκι. Κράταγε το μανταλάκι. Ακόμη εκεί το μανταλάκι. Ή δεν είναι εκεί, είναι εδώ και φτιάχνω μ’ αυτό μια χειροτεχνία.

Ίδια χρώματα ή χρώματα ταιριαστά. Ότι ήταν δεν ήμουν και τ’ αντίστροφο. Ό,τι ήταν εγώ ξεμπέρδεψα μαζί του και παρέμεινα ό,τι ήταν διαφορετικό. Δεν υπήρχε χώρος για τα άλλα. Τα είχε καταλάβει, τα παραχώρησα, τα μοίρασαν τρέχα γύρευε πως έγινε. Εξάλλου πως θα φτιάχναμε σετάκι αλλιώς. Σεμεδάκια. Όχι ίδια, παρά μόνο σε σπάνιες, ξεχωριστές περιπτώσεις κατ’ επιθυμία της μητρός μας και με αυστηρές οδηγίες. 

Σουτζουκάκια. Προσπαθεί να γράψει σουτζουκάκια. Αρχίζει με ένα «Ζ», συνεχίζει με ένα όμικρον κι ένα ύψιλον και σταματά. Μετά; Πως γράφεται το μετά; 

-   Γράψε εσύ. Μεγάλα γράμματα να τα βλέπω.
-   Κύμινο και Μοσχοκάρυδο.
-   Πως θα τα ξεχωρίσω;

Αρχίζει μ’ ένα «Ζ».