- Πουά Καρώ -

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016



Κάποιος κλάδεψε την αμπαρόριζα του, δεμάτιασε τα κλαδιά και τ' άφησε δίπλα στον κάδο. Έκοψα τα κλαδεμένα και φύτεψα σε δυο – τρεις μεριές και σε μία για την κυρία απέναντι που πάει βόλτα την Ντόλη, την σκυλίτσα που κάθε φορά έρχεται στο παράθυρο να χαιρετήσει την Τσάρλυ κι αυτή για αρκετό καιρό την υποδεχόταν με ένα κχχχχχ.
Δεν είναι η πραγματικότητα εκείνη που σε συνεφέρνει τελικά. Είναι τα καινούργια θέλω που έρχονται και τα παλιά που ο χρόνος τους έχει τελειώσει και τα αποχαιρετάς. Τα καινούργια που αρχίζεις να διεκδικείς ενώ η πραγματικότητα δεν τολμά να σου φέρει αντιρρήσεις. Όσο σκόντο ήτανε να κάνεις το κανες με τα προηγούμενα, αυτά που αποχαιρέτησες και συγχώρεσες για τον πεπερασμένο χαρακτήρα τους, κι η πραγματικότητα πάντα μη συνεννοήσιμη απλά σου ροκανίζει τον χρόνο αν πολυπιάσεις κουβέντα μαζί της.
-          Τι καθαρό μουτράκι έχεις σήμερα;
-          Ξέρεις γιατί; να μην λένε «ο τζιύφτος»...
Παρατηρείται μια τάση φυγής. Τελευταία μου περνάε συχνά απ' το μυαλό να σηκωθώ και να φύγω απ’ αυτή την πόλη. Αναρωτιέμαι τι πραγματικά με κρατάει εδώ εκτός από μια ψευδαίσθηση πως έχω πρόσβαση σε μέρη που δεν θα πάω ποτέ ή σπανίως πηγαίνω και σε μέσα που δεν θα χρησιμοποιήσω ποτέ ή μου είναι άχρηστα τελικά και το σημαντικότερο οι άνθρωποι που δεν θέλω να αποχωριστώ αλλά σπανίως συναντώ πια. Να δώσω μια μούντζα στη πόλη και να φύγω. Σ’ αυτήν την άρρωστη κατάσταση του άγχους και της τρεχάλας. Απ’ την άλλη λίγος χρόνο σ’ ένα στέκι, διαφορετικό από τ’ άλλα, με κάνει να αναθεωρώ και να αναρωτιέμαι αν η πόλη ευθύνεται πραγματικά για όσα της καταλογίζουμε.
«Έχει σημασία ποιοι καταφέρνουν να σε ξεσηκώσουν για να φύγεις μαζί τους.» Συνεχίζω ένα διάλογο που αφήσαμε στην μέση ή σε κάποιο σημείο τελοσπάντων.
-          Εσύ τι λες; Καλό είναι να πάω στο σχολείο;… Έσιεις ένα μπισκότο;
Ξεπετάχτηκε πάλι ο βαμβακούλας και μοιάζει να φλερτάρει το γκράφιτι απέναντι. Εκείνο δεν δίνει σημασία. Παραμένει ακίνητο. Οι οδοκαθαριστές δεν περνάνε από δω πια. Μόνο από τον κεντρικό δρόμο. Μου πέρασε μια σκέψη να σπρώξω την λάσπη και τα σκουπίδια στην λεωφόρο. Σε λίγο θα βλέπουμε ποντίκια να παίζουν τρίλιζα στον δρόμο. Για ό,τι είναι έξω απ’ το κατώφλι μας, κανείς. Ούτε εμείς, ούτε οι άλλοι. Ο δρόμος που περνάει από μπροστά μας παραμένει αδιάφορος. Περνάει από μπροστά μας και σχεδόν μπαίνει στο σπίτι μας. Θα μπει μια μέρα και θα συναντήσουμε αναγκαστικά αυτόν τον άγνωστο που θα μας τα ψάλλει κανονικά για την χρόνια αδιαφορία μας.
Τα νεράντζια κυλάνε στο δρόμο. Ο Χρήστος σπρώχνει ένα με το πόδι. Την Παρασκευή ο Γκάμπι πέταξε την μπάλα του στο καμπαναριό και μια κυρία που τον αγαπάει πολύ του πήρε μια άλλη. Ολοκαίνουργια.
-          Είναι μάρκα! Δες στο κομπιούτερ. Πόσο κάνει;
-          Δεν έχει σημασία πόσο κάνει, Γκάμπριελ. Σημασία έχει πως μια κυρία που σ’ αγαπάει πολύ σου πήρε αυτή την μπάλα.
-          Με είδες εκεί στα σκουπίδια; Είχα χάσει αυτό το κολιέ και το έψαχνα.
-          Έχω λίγο κέικ. Θέλεις;
Νεράτζια και λάσπη. Δεν ανήκουν σε κανένα και κανείς δεν τα πετάει. Ποτέ τα νεράντζια δεν έδειχναν τόση παραίτηση κι αδιαφορία. Κάποιοι έκοψαν τις νεραντζιές που ήταν μπροστά στην πολυκατοικία τους κι αυτές άρχισαν κιόλας να πετάνε κλαδιά και φύλλα. Μπροστά σ’ ένα κατάστημα κάποιος άφησε ένα σημείωμα «ΜΗΝ ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΚΥΛΑΚΙΑ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΚΑΚΑ ΣΤΟ ΔΕΝΤΡΟ».

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Το κενό υπεισέρχεται όταν προσπαθείς να εξαπατήσεις την λεκτικοποίηση με σκέψεις δευτερεύουσες. Σετάκι. Το παιρνα μαζί μου. Ίδια ρούχα, ίδια παπούτσια και κάλτσες… σετάκι. Ταιριαστά. Ποτέ δεν το ‘χα συνειδητοποιήσει μέχρι τώρα. Περίεργο είχα πάντα την εικόνα μπροστά μου αλλά δεν το θυμόμουνα. Το κενό υπεισέρχεται όταν προσπαθείς να το αποφύγεις. 

Με θυμώνει το γήρας κι ό,τι φέρνει. Ο χρόνος, η φθορά, η μυρωδιά, η υπόνοια του αποχωρισμού, τα μικρά βήματα, οι σκυφτοί ώμοι και το κεφάλι που κοιτάει κάτω. Η ανικανότητα κι η ασυνεννοησία, τα υπολείμματα φαγητού στα πλυμένα πιάτα, το τρέμουλο κι η αδεξιότητα, τα αφημένα πράγματα εδώ κι εκεί, τα πεσμένα στήθη, τα αδύναμα μαλλιά, τα πρησμένα πόδια, τα μάτια που δυσκολεύονται να δουν, η αδύναμη ακοή, «Ε; Τι;»

-  Εμείς δεν θα γεράσουμε, έτσι δεν είναι;

Σετάκι. Εγώ κι ο άλλος, ο εαυτός, ο αδελφός. Σαν την κάλτσα με το μανταλάκι ένα πράγμα. Εγώ ήμουνα το μανταλάκι. Κούναγε την κάλτσα ο αέρας κράταγε το μανταλάκι, έφυγε η κάλτσα κράταγε το μανταλάκι. Κράταγε το μανταλάκι. Ακόμη εκεί το μανταλάκι. Ή δεν είναι εκεί, είναι εδώ και φτιάχνω μ’ αυτό μια χειροτεχνία.

Ίδια χρώματα ή χρώματα ταιριαστά. Ότι ήταν δεν ήμουν και τ’ αντίστροφο. Ό,τι ήταν εγώ ξεμπέρδεψα μαζί του και παρέμεινα ό,τι ήταν διαφορετικό. Δεν υπήρχε χώρος για τα άλλα. Τα είχε καταλάβει, τα παραχώρησα, τα μοίρασαν τρέχα γύρευε πως έγινε. Εξάλλου πως θα φτιάχναμε σετάκι αλλιώς. Σεμεδάκια. Όχι ίδια, παρά μόνο σε σπάνιες, ξεχωριστές περιπτώσεις κατ’ επιθυμία της μητρός μας και με αυστηρές οδηγίες. 

Σουτζουκάκια. Προσπαθεί να γράψει σουτζουκάκια. Αρχίζει με ένα «Ζ», συνεχίζει με ένα όμικρον κι ένα ύψιλον και σταματά. Μετά; Πως γράφεται το μετά; 

-   Γράψε εσύ. Μεγάλα γράμματα να τα βλέπω.
-   Κύμινο και Μοσχοκάρυδο.
-   Πως θα τα ξεχωρίσω;

Αρχίζει μ’ ένα «Ζ».


Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016




Αναμονές. Κι ο φόβος της απόριψης. Ο φόβος πως ό,τι είσαι, ό,τι ακουμπάς κι ό,τι αφήνεις ανέπαφο δεν είναι αρκετό για εκείνους που τους παραχώρησες το δικαίωμα να σε επεξεργάζονται και να σε αποδέχονται ή να σ’ απορίπτουν. Άσπρο κόκκινο. Πραγματικό ή ψευδές, έχει μια μοναξιά το ξεπέρασμα του φόβου της απόρριψης. Πότε ήταν η πρώτη φορά που γίναμε ξένοι; Θυμάσαι;

Πέρασα δυο τέταρτα περιμένοντας. Κι ύστερα μια ώρα. Δύο σε λέξεις, συλλαβίζοντας. Ψελλίζοντας, προβληματίζομαι αν πρέπει να απαντήσω σ’ αυτό που μονολογεί. Δεν το βρίσκω καθόλου ενδιαφέρον. Λίγα μου προκαλούν το ενδιαφέρον πια. Νομίζω πως περισσότερο απαντώ από θυμό για το πόσο βαρετά μοιάζουν χωρίς να προηγείται καμία διεργασία ή σκέψη. Μια απίστευτη σπατάλη λόγου και αντίλογου. Ξεμάκρυνα πάλι απ’ τις σκέψεις μου. Θα μου θυμίσεις το όνομα σου; Για λίγο μόνο κι ύστερα θα σε ρωτήσω πάλι: θα μου πεις το όνομα σου;

Είδες πόσο βάναυσα τρυφερά χειραγωγούμε την αγάπη; Περίεργο δεν είναι να γυρνάς στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησες; Τα συναισθήματα μου θα τα βρεις στο ντουλάπι ανάμεσα στον καφέ και την ζάχαρη, σ’ ένα ίδιο βαζάκι. Το σκέπασα μ’ ένα μικρό καρώ ύφασμα, άσπρο κόκκινο, και το δεσα μ’ ένα σπάγγο. Πόσο πλαστή είναι αυτή η γραμμή των ομοιοτήτων.

Κάποιος είπε πως κατάφερε να μιλήσει στους ανθρώπους κι ύστερα τους ζωγράφισε. Μετά σώπασε και με τα πινέλα άρχισε να πλέκει κουβέρτες το χειμώνα. Κάτι μου λείπει μα δεν μπορώ να το προσδιορίσω θυμάμαι όμως πως κάπου εδώ το είχα αφήσει, ανάμεσα στους καμβάδες. Να γνωριστούμε απ’ την αρχή; Χωρίς τις εξάρσεις των πρώτων συναντήσεων, χωρίς πολλά περιθώρια στην φαντασία και χωρίς εκείνη την ψευδαίσθηση πως καταλαβαινόμαστε βαθιά. Να γνωριστούμε απ’ την συνέχεια. Ψάχνω εκείνο το πουκάμισο που μου χες χαρίσει. Νομίζω πως ήταν ροζ με γκρίζα γεωμετρικά σχήματα. Ή πράσινο με κίτρινα λουλούδια. Σκέφτομαι τα μαλλιά μου να τα βάψω μ’ ένα χρώμα θαλασσί.

Έχω πάψει να ερμηνεύω τους ανθρώπους. Σαν κάτι να τους παίρνεις που δεν έχουν την πρόθεση να στο δώσουν. Η ερμηνεία τους είναι ένας διάλογος με τον εαυτό μας και καθόλου δεν έχει να κάνει με την ενσυναίσθηση. Έχω βάλει να ψήνονται μερικές φέτες πορτοκάλι, δυο τρία φύλλα δάφνης και κανέλα. Θα μου πεις πως σε λένε; Τα μαλλιά μου λέω να τα βάψω πουά να ταιριάζουν με την κουβέρτα. Πράσινα με στρογγυλά, κόκκινα σχήματα. Ένα απ’ αυτά βγαίνει απ’ την κουβέρτα, κυλάει στο πάτωμα και παίζει με την γάτα.

Τι θα απογίνουμε χωρίς τα πλάσματα μας; Αφήνω ένα παράθυρο ανοιχτό κι αυτά βγαίνουν απ’ τις γρίλιες. Ψηλαφίζω την προέκταση των ποδιών τους. Μα γιατί βγαίνουν απ’ τις γρίλιες; Αποσύρομαι τώρα. Για λίγο θα απουσιάσω. Δεν θα φύγω, μόνο θα απουσιάσω. Τα μαλλιά μου θα τ’ αφήσω στο δικό τους χρώμα και θα φορέσω ένα κόκκινο μπαλάκι στη μύτη. Θα με γνωρίσεις άραγε;


Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Η μητέρα μου μου έλεγε πως έγινα άντρας ενώ ο πατέρας μου υπονοούσε πως έγινα ολάκερη γυναίκα. Με παντρεύτηκαν κι οι δύο κι αποκτήσαμε είκοσι εννέα παιδιά. Μου απαγόρευσαν να τα βλέπω κι ενώ το διαζύγιο δεν είχε εκδοθεί ακόμη, με κλείδωσαν σ’ ένα πύργο. Ύστερα πέρασαν όλοι εκείνοι οι υπέροχοι, οι γνώστες και γενναιόφρονες και με ελευθέρωσαν. Με παντρεύτηκαν όλοι. Δεν ξέρω πόσα παιδιά απόκτησα μαζί τους. Κοιμόμουνα όταν συνέβηκαν όλα αυτά. Μπουσούλαγα εκείνο τον καιρό. Ύψος επτά σύμφωνα. Συνωστίζομαι σ’ ένα ανεμόμυλο πέντε λέξεων επί επτά συλλαβές. Τα βράδια γυρνάω τον κόσμο μ’ ένα κλουβί και συλλέγω τα ονόματα των παιδιών μου. 


-       Εσένα πως σε λένε, καλό μου;

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015












βγαίνει το βράδυ από την χώρα
και συνεχίζει να περπατά
και περνά την θάλασσα
και συνεχίζει να περπατά
και μπαίνει μέσα σε χωράφια
και συνεχίζει να περπατά
και πλησιάζει τα σύνορα πάλι
και συνεχίζει να περπατά
και βγαίνει ξανά στην άσφαλτο
και συνεχίζει να περπατά
και ρίχνει ασταμάτητη βροχή
και συνεχίζει να περπατά
και φιλά τρυφερά την κόρη του
και συνεχίζει να περπατά 

κάποιος είπε πως ξεβρακώνει την Ευρώπη
και συνεχίζει να περπατά…

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015



Παρασκευή. Ούτε Πέμπτη, ούτε Τρίτη. Ψαχουλεύω στην τσάντα για ένα κομμάτι χαρτί. Χρειάζεται κάποτε να βρεθεί μια λύση για μας που στην τσάντα κουβαλάμε ένα μικρό βιος και ξοδεύουμε τόσο χρόνο κάθε φορά που αναζητούμε ένα κομμάτι του. Το χέρι μου έπιασε το στυλό. «Δεν μπορεί οι καλοί μαθητές να μην κάνουν καλά γράμματα», έτσι μου ‘χε πει κείνη η καθηγήτρια τότε κι έτσι έμαθα να τα στρογγυλεύω προσεκτικά και να μακραίνω τις ουρίτσες τους στα γράμματα που στέλνω. Στα δικά μου χαρτιά μοιάζουν με καλλικατζούρες αλλά μικρή σημασία έχει μια και κανένας δεν σου λέει πώς πρέπει να ναι γραμμένα τα χαρτιά που κρατάς για σένα.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν έγινε έτσι η ζωή μας τα τελευταία χρόνια ή αν ψάχναμε μια αφορμή για ν’ απομονωθούμε. Απ’ την άλλη ίσως να περνάμε στη ζωή μας μια τέτοια περίοδο απομόνωσης για να επεξεργαστούμε τους εαυτούς μας και να επανέλθουμε. Δεν ξέρω. Όσο περνάει ο καιρός συνειδητοποιώ πως μαζεύονται περισσότερες ερωτήσεις από όσες απαντήσεις και ας έχουν όλα ειπωθεί, πριν ακόμη υπάρξω. Ερωτήσεις σε μια επεξεργασία του είναι και του κόσμου που γεννούν καινούργιες αφήνοντας μόνη απάντηση αυτό το ίδιο ψαχούλεμα, κι ίσως αυτή την συνειδητότητα της άγνοιας του εαυτού και της ανικανότητας διαχείρισης των πάντων. Θα επανέλθουμε άραγε και πως θα ‘μαστε τότε; Νομίζω πως θα γυρίσουμε φέρνοντας μαζί μας μια κάποια αδιαφορία και μια προδομένη αθωότητα.

Βγάζεις καμιά άκρη μ’ όσα συμβαίνουν γύρω μας; Μοιάζει σχεδόν αδύνατον να κάνουμε μια προεπισκόπηση του κόσμου πόσο μάλλον να τον γνωρίσουμε και να τον κατανοήσουμε. Ίσως γι’ αυτό περιοριζόμαστε σ’ ένα κόσμο όλο και μικρότερο κι όσο περιορίζουμε τα σύνορα μας τόσο λιγότερο εφικτό γίνεται να τον παρακολουθήσουμε. Και πως να τον παρακολουθήσεις μέσα από τίτλους πασπαλισμένους με σκατά και φτιασιδωμένα επεισόδια; Έχουμε χάσει κι αυτή την προεπισκόπηση του άλλου. Κοιτάει ο ένας να γαντζωθεί απ’ τον άλλο και πνιγόμαστε και κλεινόμαστε για να γλιτώσουμε τον πνιγμό και γαντζωνόμαστε απ’ τον μόνο που μας έχει απομείνει, τον εαυτό μας. Και πνίγουμε ο ένας τον άλλο μέχρι να μη μείνει άλλη διέξοδος απ’ το να συνεννοηθούμε μαζί του.

Ερωτήσεις και προκλήσεις. Έχουμε απαντήσει τόσες φορές σε ό,τι μας ρώτησαν που ποτέ δεν καταφέραμε να πούμε ολοκληρωμένα αυτό που θέλαμε. Αποσπασματικά συστηνόμαστε και γνωριζόμαστε και μένουμε να γνωρίζουμε τον εαυτό μας μέσα από τις ερωτήσεις και τις προκλήσεις που μας έθεσαν. Συναντιόμαστε με τον εαυτό μας σύμφωνα με την ατζέντα που μας έχουν ορίσει. Ραντεβού στις 5;

Παρασκευή. Ούτε Πέμπτη, ούτε Τρίτη. Ένας πιτσιρικάς οδηγεί το καινούργιο του ποδήλατο στην πλατεία. Γυρνά με δυσκολία τα πατίνια. Το παρκάρει και δίνει κλωτσιές στον αέρα. Ανεβαίνει ξανά στο ποδήλατο και τεντώνει τα πόδια κάτω που με δυσκολία ακουμπούν το έδαφος. Προσπαθεί να κάνει όπισθεν. Παρκάρει πάλι. Τσαντίστηκε. Περπατά γύρω απ’ τον πατέρα του χτυπώντας τα πόδια και φωνάζει. Ανεβαίνει πάλι στο ποδήλατο και με το να πόδι στο πατίνι και το άλλο ακουμπισμένο κάτω παρακολουθεί τους άλλους πιτσιρικάδες να παίζουν μπάλα. Μοιάζει σαν να χει μια μικρή επιθυμία να αφήσει το ποδήλατο στην άκρη, να στείλει τον πατέρα του στο σπίτι και να πάει κι αυτός να παίξει μπάλα.

Χρειαζόμαστε έστω με δυσκολία να τεντώσουμε τα πόδια κάτω και να τα ακουμπήσουμε στο έδαφος. Χρειαζόμαστε μια νίκη. Να μάθουμε να συλλαβίζουμε. Σερβίρουμε τα σερβιρισμένα λόγια, τα απόμακρα από εκείνη την διεργασία της σκέψης και του συναισθήματος που γίνονται λόγος. Θα μου πεις πως όλα έχουν ειπωθεί πριν ακόμη υπάρξουμε. Δεν μπορεί, όλο και κάτι δεν έχει ειπωθεί ακόμα και περιμένει να το ανακαλύψουμε ή περιμένει να ειπωθεί με τον δικό μας τρόπο, αφού υποστεί αυτή την επεξεργασία του νου και του συναισθήματος μας. Στο κάτω κάτω αν όλα έχουν ειπωθεί πως παραμένει τόσο σκατά ο κόσμος; Σε κάθε περίπτωση σημασία έχει να μάθουμε να συλλαβίζουμε, να φτιάχνουμε λέξεις και προτάσεις και να τις πασπαλίσουμε με τις δικές μας σκέψεις και τα δικά μας συναισθήματα. Με τις αγωνίες μας και τα χαμόγελα μας. Πώς να κάνεις μια προεπισκόπηση του εαυτού σου με τα λόγια αλλωνών; Χρειαζόμαστε να στείλουμε τον πατέρα στο σπίτι.

Ούτε Πέμπτη, ούτε Τρίτη. Την Τετάρτη ο Ναίηλ έχασε κείνη την μεγάλη, παράταιρη με το μαύρο τρίχωμα του, άσπρη τρίχα που ’χε πάνω απ’ το μάτι. Σαν κέρατο έμοιαζε μα τον είχα συνηθίσει έτσι. Αρσενικό κι ο Ναίηλ, που τον είχα για την Πρινσέσα μας. Είναι ένας κομψός, ανατολίτης πρίγκιπας, παρότι ζηλιαρόγατος. Τα ματάκια του στο φως γίνονται πράσινα.

Έχεις παρατηρήσει πως όσο περνάει ο καιρός τόσο λιγότερα λέμε; Πιο πολύ κρεμάμε τις εικόνες και τα λόγια των άλλων στους τοίχους μας. Και κάποιοι περνούν και διαλέγουν αυτά που τους αρέσουν, μα αυτά που διαλέγουν δεν είναι δικά μας κι εμείς είμαστε άλλοι. Και περνούν και συμφωνούν μαζί μας συμφωνώντας με τους άλλους κι εμείς μ’ αυτούς που γίναν άλλοι. Μιλάμε με τσιτάτα αλλωνών που τα γράφουμε σε ψεύτικους τοίχους. «Βρισκόμαστε» και πίνουμε ένα αυτοκόλλητο μπύρα. Να παίρναμε τουλάχιστον ένα κουβά μπογιά και πινέλα και να τα γράφαμε στους τοίχους της γειτονιάς. Βλέπεις όμως πως κι εκεί πολύ συχνά απουσιάζει  η έμπνευση. Μυρίζεις ροδάκινο, το ξέρεις;

Παρασκευή. Ούτε Πέμπτη, ούτε Τρίτη. Ούτε καν Τετάρτη. Ξοδέψαμε τις Κυριακές και τα απογεύματα μας. Τα λαμπιόνια ξέμειναν στο δέντρο κι έφτασε καλοκαίρι. Θα μου πεις πως μπορεί να χρησιμέψουν σε μια άλλη περίσταση. Δεν ξέρω. Ίσως. Τα λόγια γεννούν όνειρα, ξέρεις, και συνέχεια του εαυτού μας και σύνδεση με τους άλλους και τον κόσμο. Ξεσηκώνουν τα τακτοποιημένα συναισθήματα κι αποκαλύπτουν καινούργια. Τα λόγια ψάχνουν τον τρόπο, το χώρο και την ελευθερία.

Κάποιες φορές θες λίγο να αποτραβηχτείς και να κοιτάξεις. Απ’ έξω, από πάνω, από παντού. Να βγεις απ’ την οθόνη και να δεις την εικόνα ολόκληρη χωρίς τις δικές σου παρεμβάσεις. Έχει ένα ενδιαφέρον να βλέπεις την εικόνα χωρίς την δική σου συμμετοχή. Αυτό το έλλειμμα της παρουσίας σου σε κάνει να αντιληφθείς καλύτερα τον εαυτό σου – τον ρόλο που διαδραματίζει όταν είναι παρών. Όσα αφαιρεί κι όσα προσθέτει. Αρκεί βέβαια να  αποδεχτείς ότι η απουσία σου είναι μια κατάσταση προσωρινή, κάποιες φορές στιγμιαία, όσο χρειάζεται δηλαδή για να γίνει η μετάβαση των ρόλων. Και τότε μπορείς να παρακολουθήσεις σαν θεατής την εξέλιξη της ταινίας. Μην γελαστείς όμως επειδή σου φαίνονται ξένα όσα βλέπεις. Σ’ αυτή την ταινία έπαιζες κι εσύ. Την ίδια ταινία. Πατάς το κουμπί και η οθόνη σβήνει. Απ’ την άλλη η δράση κι η συμμετοχή αποκαλύπτει το περιβάλλον. Τους φόβους. Τους ανταγωνισμούς. Το κλείσιμο και την σκουριά. Το demo των πραγμάτων που στις πραγματικές συνθήκες χωλαίνουν. Δοκιμάζεται το εργαστηριακό. Το πειραματικό. Και αντέχει ή όχι. Είναι σαν να ανοίγεις τα παράθυρα και αποκαλύπτεται το χρώμα στους τοίχους.

Παρασκευή. Το κέντρο έχει βρικολακιάσει και μόνο δυο χέρια σ’ ένα τοίχο μοιάζουν ζωντανά. Θα μπορούσαμε να ζωγραφίσουμε ένα αστράγαλο στα κεραμίδια και μια πατούσα στο ταβάνι. Ίσως κι ένα πόδι ακόμη να βγαίνει απ’ το παράθυρο. Δεν φαντάζεσαι πόσο μεγάλη παγίδα είναι αυτή η πεποίθηση μας πως ο άλλος είναι τόσο διαφορετικός. Τόσο μεγάλη όσο να νομίζουμε πως είναι ίδιος. Γιατί έχουμε αυτή την ανάγκη να βλέπουμε τους άλλους τόσο ίδιους ή τόσο διαφορετικούς;

Δευτέρα. Φθινοπώριασε. Σε λίγο καιρό τα λαμπιόνια θα φανούν και πάλι χρήσιμα. Κοίτα! Την ψυχή μου πια την φοράω στο λαιμό. Φοριέται η ψυχή, το ξέρεις; Το καλοκαίρι, μια μέρα που με αναγνώρισα στο σκίτσο μιας βάρκας, την βούτηξα στην θάλασσα κι ύστερα την φόρεσα. Μυρίζεις τ’ αλάτι; «Μα φοριέται η ψυχή;» θα με ρωτήσεις. Φοριέται. Βλέπεις πόσο διαφορετική μοιάζει η γειτονιά όταν συναντιόμαστε; Αυτός ο δρόμος δεν σου θυμίζει κάτι από ταινία;