- Πουά Καρώ -

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Πότε σταματά η ζωή μας να επαναλαμβάνεται; Πότε παύουμε να είμαστε δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι θεατές; Πότε μεγαλώνουμε; Γυρεύοντας, αναζητώντας προκλήσεις που διατηρούν την τάχα θαρραλέα ψευδαίσθηση μας. Προσποιούμενοι πως δεν θέλουμε να αποχωριστούμε το καλυτερότερο και ανιδιοτελότελο κομμάτι του εαυτού μας, ενώ αυτό το κομμάτι είναι μόνο ανασφάλειες και φόβοι.

Θυμάσαι όταν κλέβαμε χρωματιστά μολύβια στο σχολείο και φιλιά κάτω απ’ τα παράθυρα; Και κείνο το συναίσθημα την τελευταία ώρα του μαθήματος λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι; Τότε που κοκκίνιζαν τα μάγουλα μας απ’ το κρύο, το κρασί και κείνη την γλυκιά, αθώα ντροπή της αλήθειας, του αγγίγματος και του βλέμματος. Θυμάσαι; Θα ήταν μια πραγματική πρόκληση ν’ αρχίσουμε πάλι να κλέβουμε μολύβια, φιλιά και μανταρίνια.

Από ένστικτο και περιέργεια σε συνάντησα πρώτη φορά. Κι ήταν από κείνες τις φορές που επιλέγεις μια συνάντηση ανάμεσα σε άλλες και την ακολουθείς. Ξανά και ξανά. Ο άνθρωπος που θα γίνω θέλω να ‘χει στοργή και τρυφερότητα. Και θέλω αυτό που σου προσθέτουν οι υπέροχοι άνθρωποι. Δεν μ‘ αρέσει να στερεύω από έρωτα και τους υπέροχους ανθρώπους μπορείς να τους ερωτευτείς ξανά και ξανά. Είναι πολύ μελαγχολικός αυτός ο κόσμος των αναστολών, δεν νομίζεις; Κι αυτός ο εαυτός που μένει τόσο ακατανόητος όσο παραμένει έρμαιο τους.

Έρωτες, παιδικοί καημοί που υποδύονται τους άλλους και ζουν τις δικές τους ζωές. Ελλιπείς, κρυφές κι ατσούμπαλες ζωές. Σαν ρούχο που σε φοράει. Πότε ξεφεύγει ο έρωτας απ’ αυτή την παρατεταμένη ενηλικίωση; Τι είναι αυτό που επεξεργαζόμαστε στον εαυτό μας διεισδύοντας στους άλλους και πόσο είναι αρκετοί οι άλλοι ή πόσο απαραίτητοι; Υπάρχουν μέρη του εαυτού μας που δεν θα ανακαλύψουμε ποτέ επειδή δεν συναντήσαμε τον άλλον; Τον όποιο, τον κάποιο άλλο. Κι υπάρχουν μέρη που απολέσαμε σε μια συνάντηση; Κι ο χώρος, το περιβάλλον, ο κόσμος όπου ξεδιπλώνουμε τον εαυτό μας;

Γράμματα, σημειώματα, ψιθυρίσματα. Χάνεται η φωνή γιατί ποιος μίλα όταν βυζαίνει. Μόνο βογκητά ηδονής. Μια γυναίκα ζωγραφίζει ένα κύκλο με κιμωλία και μια άλλη δειλά ακουμπά με το φόβο μη σβήσει. Κύκλος. Πως βγαίνεις απ’ το κύκλο; Αυτόν ή το παράλληλο.

Μου φαίνεται πως μόνο στην γύμνια αντιλαμβάνεσαι όσα φοράς δικά σου. Χωρίς καθρέφτη. Που δεν προσφέρει τίποτα άλλο από μια αντανάκλαση του εαυτού ανάλογη της τιμής και της ποιότητας του. Μόνο εσύ, οκλαδόν στο πάτωμα να αγκαλιάζεις και να νιώθεις το σώμα σου και τον πόνο και τα δάκρυα και τα χαμόγελα. Την αναπνοή σου. Το δέρμα σου. Την υφή σου στο σώμα σου. Την μυρωδιά σου. Την φωνή σου. Άκου τη φωνή σου.

Μακριά από καθρέφτες και πόρτες που κλείνουν απότομα και σε μεταφέρουν στην ανυπαρξία του αόρατου. Μ’ αγωνιώδεις φωνές και λαχτάρες. Επιβεβαιώσεις της ύπαρξης. Πόρτες που κλείνουν απότομα και μετά ησυχία. Κείνη η ησυχία η βουβή, η αδιαπέραστη που σ’ αφήνει με λυμένα γόνατα και μια υπαρξιακή πείνα.

Καμιά εξέλιξη της επανάληψης δεν μοιάζει αρκετή. Κι είναι μελαγχολική αυτή η διαπίστωση για τις προηγούμενες ζωές μου. Έχω αναπτύξει τόσες ικανότητες μπροστά στον καθρέφτη για χάρη της. "Θα βγεις να με δεις; Έλα να δεις! Μπορείς εσύ να χωρέσεις το χέρι σου κάτω απ' τη πόρτα; Θα μαζέψω κι αλλά λόγια να σου πω. Κοίτα γράμματα. Κι ένα μπουκέτο λουλούδια. Και κοίτα! Δεν ανασαίνω. Να σε κάνω να γελάσεις; Θα γελάσεις; Κοίτα ένα κόλπο που έμαθα! Και μια ζωγραφιά. Για σένα την έφτιαξα! Την σπρώχνω κάτω απ' τη πόρτα. Εντάξει, δεν μιλάω άλλο. Τα διάβασες τα γράμματα; Να σου τραγουδήσω;"

Πόρτες. Παραμορφωτικοί καθρέφτες που θέλεις να επιβεβαιώσουν τις ικανότητες που ανέπτυξε το είδωλο σου. Πουτάνα τυχαιότητα με τις πετυχεσιές σου. Όταν δεν σε διαλέγω με διαλέγεις εσύ. Κοίτα όμως. Απομακρύνομαι απ’ το καθρέφτη. Δεν φοράω τίποτα πια. Το ρούχα μου είναι πεταμένα στο πάτωμα. Απλώνω τα χέρια και χαϊδεύω το οξυγόνο με τα ακροδάκτυλα. Ανακατεύομαι μαζί του. Εδώ οι πόρτες και τα παράθυρα είναι ανοιχτά και μπαίνει οξυγόνο.

Αααχ! Πόσα γράμματα έχω γράψει. Γυρνάνε στα συρτάρια. Και λουλούδια! Πέταλο, πέταλο τα πέρναγα κάτω από πόρτες. Και έρωτα! Πόσο μ' αρέσει να ξεχειλίζω έρωτα! Το κρατάω αυτό.







Ξυπνάς μια μέρα, πίνεις μια γουλιά καφέ, κάνεις τσιγάρο, φοράς το σκισμένο τζην, τη μπλούζα που βρίσκεις πρόχειρη και τα σπορτέξ, ανοίγεις την πόρτα για να πας στη δουλειά και ουπς! Ο απόλυτος εγκλωβισμός. Έτσι. Μπορούσε να σε εγκλωβίσει ο οποιοσδήποτε. Αρκεί να είχε τη πρόθεση και να πατούσε τα σωστά κουμπάκια. Ένα κουμπάκι, δύο κουμπάκια, τρία, τέσσερα. Και για να λέμε και την αλήθεια ολόκληρη όχι μόνο δεν μπορούσες να τ’ αφήσεις απλά να περάσει, την κοίταξες και με λαχτάρα την παγίδα σου. Που πας, αγάπη μου, με τις μαργαρίτες;

Φόβος! Μ’ ό,τι σε κρατάει ο άλλος είναι αυτός ο φόβος. Τίποτα. Μπάτε, αλέστε και πάρτε και τα ζούδια. Μα τόσο τίποτα; Τόσο. Πως θα βγεις από δω; Κι αν βγεις πως θα 'σαι τότε; Αν τον αντιμετωπίσεις ολόκληρο θα σε ξεσκίσει. Το ξέρεις πως θα σε ξεσκίσει. Κι αν τον αφήσεις να σε καταβάλει πάλι θα σε ξεσκίσει. Ένα βήμα μόνο. Τόσο όσο. Να καθησυχάσεις λίγο το φόβο και να αντέξεις μετά το γέλασμα του μικρού παιδιού. Πάρε λίγο χρόνο.

Μπράβο! Βλέπεις; Αρχίζεις και πάλι να καταλαβαίνεις πως ένα συν ένα κάνουν δύο. Βλέπεις πόσο θυμώνει ο φόβος με τη λογική; Βήμα. Κουμπάκι. Τώρα μην τσιμπάς. Άστον. Δες τον πως έρχεται αυτός και γυρνάει γύρω από εσένα. Βήμα. Κουμπάκι. Ζωγράφισε τον μέσα στα μάτια σου και πες του πόσο όμορφος είναι. Μα είναι; Όχι. Αλλά είναι όμορφη η ζωγραφιά σου. Βήμα. Κουμπάκι.

Άγκυρες. Χρειάζεσαι τις άγκυρες σου και να τακτοποιήσεις τις εκκρεμότητες σου. Μη βουλιάζεις εδώ. Ένα βήμα ακόμη. Μοίρασε τα «σ’ αγαπώ» σου και μάζεψε όσα πήρες. Πόσα πήρες; Μπράβο! Άντε να πάρεις και κείνο το παστίτσιο που σου χουν κρατήσει. Την αγκαλιά μην ξεχάσεις και φίλα και κείνη την πιτσιρίκα. Τρέχα, μωρό μου! Και να θυμάσαι! Είναι καλό ο φόβος να ξέρει ότι δεν είσαι μόνος. Του το πες; Βήμα. Κουμπάκι. Θα το φας το παστίτσιο; Θα σου κάνει καλό!

Κοίτα τις αλήθειες σου. Σου λέει τις αλήθειες σου ο φόβος. Πως καταφέρνει να διαβάζει έτσι την ψυχή σου; Ο φόβος ξέρει. Κοίτα πόσο δίκιο έχει! Δεν θέλει να σου κάνει κακό. Κοίτα πάλι μία μία τις αλήθειες σου. Είναι σίγουρα δικές σου; Το βρήκες! Δικές του είναι, μωρό μου. Βήμα. Κουμπάκι. Θα μου δώσεις ένα φιλί;

Τι λες; Ποια είναι η απάντηση; Ναι ή Όχι; Σκέψου το λίγο. Κάτι θα ξέρει ο φόβος για να επιμένει. Ναι. Η απάντηση είναι ναι. Διαφέρεις αλλά και μοιάζεις με το φόβο. Τώρα, κρύψε τις προθέσεις σου. Δεν χρειάζεται να πεις ψέματα, μόνο μια άλλη αλήθεια. Έκπληξη! Πες πως θα του κάνεις έκπληξη! Δουλεύει αυτό το κουμπάκι; Τι σου χαν πει γι’ αυτό; Πριν απ’ αυτό είχες μια προηγούμενη ζωή. Τι σου χαν πει; Θυμήσου. Δεν θα σου κάνει κακό ο φόβος. Παίξε μαζί του. Βήμα. Κουμπάκι.

Βλέπεις που τα χάνει; Δεν μπορεί πια να διαβάσει τη ψυχή σου. Βλέπει μόνο ότι θέλεις να του δείξεις. Δεν μπορεί να σου κάνει κακό! Πες του πως τον βλέπεις. Πως τον έβλεπες πάντα. Τον έβλεπες έτσι δεν είναι; Πες του να κοιτάξει στα μάτια σου. Εκεί που τον ζωγράφισες. Κοίτα, πες του. Κοίτα τι όμορφη ζωγραφιά. Κοίτα στα μάτια μου! Τρεμόπαιξε λίγο τα βλέφαρα σου και κατέβασε τα για μια στιγμή. Ουπς! Βλέπεις;

Κοιμήσου, μωρό μου. Τώρα θα παίξει η μανούλα με τα κουμπάκια.




Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Μια μέρα θα στείλω λουλούδια σ’ όλους αυτούς που μου δείχνουν αυτά που με πληγώνουν. Τα βλέπω και τα ξεπερνώ και μεγαλώνω τη ψυχή μου. Κοίτα τα βλέπω!

Και είμαι σήμερα αυτή κι αύριο μια άλλη. Κι είμαι γυναίκα κι είμαι παιδί κι είμαι και κάτι ουδέτερο.  Κι είμαι το μυαλό μου κι είμαι η ψυχή μου κι είμαι το σώμα μου. Κοίτα πως πιάνω το ρυθμό. Στη καρδιά μου ανθίζουν μαργαρίτες. 

Και μεγαλώνω μέσα σε μια βδομάδα. Και μεγαλώνω μέσα σε μια νύχτα  και στη σιωπή του κόσμου. Μεγαλώνω μέσα σ’ένα πρωινό και στα λαμπιόνια του ξημερώματος. Μεγαλώνω μέσα σ’ ένα μεσημέρι κάτω από τον ήλιο και στη βουή του κόσμου. 

Βάφω τα μαλλιά μου στο χρώμα του ροδιού για να μου φέρνει γούρι και στέκομαι, κοίτα με στέκομαι, στη μέση του θεάτρου και υποδύομαι τον εαυτό μου.

Με βλέπεις που σ’ αγαπώ και δεν τρομάζω; Βλέπεις ο ήλιος πως με κοιτά; Σαν να ‘μαι η κόρη του, η μάνα του, η γυναίκα κι η ερωμένη. Κάνω τα γράμματα μου φειγ βολάν και τα μοιράζω στο κόσμο.

Φτιάχνω φρύδι. Κοίτα πως μεγάλωσα! Περπατώ σαν να χορεύω και φλερτάρω τις κερασιές και κοίτα αυτές σε λίγο θ’ ανθίσουν. 

Βάφω νύχια. Κοίτα! Ξελογιάζω τον άνεμο και κλέβω τα φιλιά του. Και τα φτιάχνω κολιεδάκια και τα χαρίζω στη νύχτα να τα φορά στα αστέρια. 

Κοίτα που ξελογιάζω και τα πουλιά και πιάνουν το τραγούδι. Άκου τι όμορφη μουσική! Άκου το πιάνο και το βιολί. Άκου!

Βάφω τα μαλλιά μου στο χρώμα του ροδιού και χορεύω στη μέση του θεάτρου. Και γίνεται το θέατρο η γη κι ο κόσμος ολάκερος. Κι είναι ο κόσμος δικός μου και ξελογιάζεται με το χορό μου.






Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Ώρα προσέλευσης: 7:15. Αριθμός προτεραιότητας: δεκαοκτώ.

Όλη η ζωή μας μια ουρά. Λες και θέλουν να μας θυμίζουν πως είμαστε κοπάδι. Κάθε φορά που καταφέρνουμε να αφεθούμε στη ψευδαίσθηση πως έχουμε τον έλεγχο της ζωή μας, βρισκόμαστε και πάλι σε κάποια ουρά. Μια μορφή ταπείνωσης.

Από νωρίς το πρωί, στημένοι για το νουμεράκι. Την αισθάνεσαι την μεταρρύθμιση στο πετσί σου μαζί με το πρώτο κρύο του χειμώνα. Παραδοθήκαμε στην ουρά. Δε διαμαρτύρεται κανείς πια. Μόνο παράπονο. 

«Δεν τους νοιάζει ο κόσμος;» ακούς κάποιοι να λένε σαν να τους μοιάζει αλλοπρόσαλλη αυτή η αδιαφορία. «Δεν τους νοιάζει.» απαντούν οι άλλοι. «Δεν τους νοιάζει που οι άνθρωποι περιμένουν στο δρόμο;» επιμένουν να ρωτούν οι πρώτοι σαν να περιμένουν κάποιος να τους φωνάξει «Με νοιάζει! Εμένα με νοιάζει.»

Κι ενώ κανείς δεν τους αποκρίνεται συνεχίζουν να μονολογούν «Τουλάχιστον παλιότερα υπήρχε χώρος να καθίσει ο κόσμος. Όταν βρέχει; Τι θα γίνει όταν βρέχει; Που θα περιμένει ο κόσμος; Για τη πληρωμή πας στη τράπεζα, για τ’ άλλα τρέχεις στο κέντρο. Τι φταις κι εσύ που τα ακούς. Τη δουλειά σου κάνεις.» Κι η αλήθεια είναι πως δεν έφταιγε η κοπελιά που στήθηκε εκεί απ’ το χάραμα να μοιράσει κάρτες.

«Για ηλεκτρολόγο, κυρία;» Είναι πια μέρος της διαδικασίας να παίρνεις τη κάρτα. Μια κρυφή κατανόηση και κάτι να θυμίζει τα παλιά. «Για ηλεκτρολόγο, κύριε;» Την θυμάμαι και στο προηγούμενο κτίριο, όταν οι άνθρωποι έμοιαζαν τότε πιο βιαστικοί και θυμωμένοι. Τώρα θα λεγε κανείς πως έχουν άπλετο χρόνο και κοντοστέκονται και παίρνουν την κάρτα και πιάνουν τη κουβέντα. «Ήσουνα και χτες εδώ.»

Μέσος χρόνος αναμονής : είκοσι λεπτά, ανακοινώνει κάποιος μεγαλόφωνα μόλις πήρε το χαρτάκι με τον αριθμό προτεραιότητας. Γελάμε. Μετά από κάνα τρίωρο στην αναμονή ακούγεται αστείο. «Ακόμη εδώ, ε; Μετά κατευθείαν δουλειά;»

Μια κυρία κάθισε στο πεζούλι να κάνει τσιγάρο. Έβγαλε απ’ τη τσάντα της τα τσιγάρα, τον αναπτήρα κι ένα φορητό τασάκι. «Πάντα το παίρνω μαζί μου. Όπου πάω,  χρόνια τώρα. Γιατί να τα πετάω κάτω. Κοίτα!»  Και δείχνει τα πεταμένα αποτσίγαρα στο πεζοδρόμιο. Νόμισα για μια στιγμή πως θα με ρώταγε «Δεν τους νοιάζει;» Ντράπηκα και κράτησα το δικό μου αποτσίγαρο δίπλα μου, στο πεζούλι. Ύστερα άρχισε κι αυτή να μιλάει για την ταλαιπωρία του κόσμου στην ουρά. Περίεργο. Κανείς δεν μίλαγε για τον εαυτό του. «Δεν τους νοιάζει;» «Είναι ρομαντικό αυτό που λέτε.» Λυπήθηκα που της απάντησα έτσι.  Δεν έπρεπε. Σαν να της στάθηκε το παράπονο στο λαιμό.

Μια άλλη κυρία με κόκκινη ζακέτα αφήνει στο μηχάνημα τακτοποιημένο ένα χαρτάκι. Το χτυπάει ελαφρά σαν να του λέει «Κάτσε εδώ, καλό μου, ώσπου να σε πάρουν». Λίγο αργότερα ένας κύριος παίρνει το χαρτάκι ρίχνοντας γύρω κλεφτές ματιές. Αριθμός προτεραιότητας 105. Μέσος χρόνος αναμονής : είκοσι λεπτά.




Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Τον εαυτό μου τον συνάντησα γύρω στα σαράντα και τον στερέωσα εκεί, κάπου στα τριανταπέντε. Η ταυτότητα μου υπολογίζει σαράντα δύο χρόνια και με απεικονίζει στα δώδεκα. Τις προάλλες μου πέρασε απ' το μυαλό η σκέψη πως έχω μεγαλώσει αλλά την θεώρησα πολύ ανόητη.

Τριάντα τέσσερα – τριάντα πέντε. Κάπου εκεί είχα αφήσει και την μάνα μου. Κάπου στα τριάντα πέντε θα ήμουνα γύρω στα εννέα. Τότε ολοκληρώθηκε η παιδική μου ηλικία. Τριάντα τέσσερα με τριάντα πέντε κι εγώ οκτώ με εννέα.

Βέβαια δεν αποφάσισα ακόμη τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Κάνω διάφορα εδώ και χρόνια αλλά τι θα γίνω; Καταλαβαίνεις;  Αναρωτιέμαι αν έγινα ήδη αυτό που ήθελαν οι άλλοι. Ακόμη κρύβω κάποιες φορές κάτω από τα βιβλία της ιστορίας και των θρησκευτικών εκείνα που θέλω να διαβάσω και λύνω τις ασκήσεις στα διαλείμματα.

Τον εαυτό μου τον έχω αφήσει εκεί, κάπου στα τριάντα πέντε. Κάπου εκεί σ’ ονειρεύομαι κι ύστερα, εσύ μεγαλώνεις. Δεν καταλαβαίνω τι σ' έχει πιάσει και μεγαλώνεις. Θ’ αφήσεις τα μαλλιά σου να μακρύνουν;

Όταν μεγαλώσω θα παίζω φυσαρμόνικα και θα βουλιάζω τα γυμνά πόδια μου στις λάσπες. Και θα κουνάω τα χέρια όταν σε βλέπω να έρχεσαι. Και θα χω στα μαλλιά μου ένα μαρκαδόρο πράσινο και θα τρώω ζεστό ψωμί, με βούτυρο και ζάχαρη. Και θα χω τα πόδια μου στις λάσπες... μα στο χω πει ήδη αυτό έτσι δεν είναι; Και θα τρώω ζεστό ψωμί με φρεσκοκομμένη ντομάτα που μοσχοβολάει. Ή θα βάζω βούτυρο και ζάχαρη; Τι σου χω πει;

Μερικές φορές τώρα τελευταία αισθάνομαι το στήθος μου να φουσκώνει. Λες να μεγαλώνει η καρδιά μου; Κι αν μεγαλώνει η καρδιά μου πόσο χρονών με κάνει;


Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Απαντήσεις που αφήνουν την αίσθηση του ανικανοποίητου. Αναζητήσεις ανάμεσα σε αποσπασματικά  πρόσωπα, αφηγήσεις και σκηνές. Απαντήσεις που έρχονται με χρονοκαθυστέρηση κι αναζητούν  αποδέκτη κινδυνεύοντας να σε παρασύρουν σ' ένα ατέλειωτο στροβίλισμα. Αν καταφέρεις να κοπάσεις αυτό τον στρόβιλο μπορείς μετά να καθίσεις με τον εαυτό σου και να αναζητήσεις ένα κώδικα συνδιαλλαγής μαζί του.

Το λύσιμο της σιωπής και η εξανέμιση και της τελευταίας δικαιολογίας του αδικαιολόγητου. Μυστικά, μικρά ή μεγάλα, που μοιάζουν τεράστια, ασήκωτα, με ή χωρίς τη δική σου ευθύνη. Κρατήθηκαν τόσο καιρό κλειδωμένα στα συρτάρια που αράχνιασαν και σου δημιουργήθηκε η πεποίθηση πως κάπως έτσι πρέπει να μοιάζουν τα μυστικά. Με το λύσιμο της σιωπής όλα γίνονται γήινα, η ντροπή, οι ενοχές και ο φόβος και μπορείς να σταθείς απέναντί τους και να υπερασπιστείς αυτούς περιμένουν να υπερασπιστούν από σένα. Στέκεσαι. 

Αυτοί οι ξένοι. Απόντες από τριβές, παραφωνίες κι αμφισβητήσεις. Δεν έχουν να προσφέρουν ούτε μια ανάμνηση. Άγνωστοι, απροσπέλαστοι, μακρινοί. Κλείνουν εκ των υστέρων ένα ραντεβού για να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες τους στο βαθμό και στην έκταση που αυτό διατηρεί την επινοούμενη ηθική τους τάξη. Καλοί άνθρωποι. Είναι γνωστοί ως τέτοιοι, αυτοί οι κατά άλλα ξένοι που βρίσκουν πάντα κάποιους πρόθυμους να μεταφέρουν τις εκτιμηθείσες αγαθές προθέσεις τους.

Συχνά, σχεδόν με εμμονή, αποδίδουμε στους άλλους μία συνειδητότητα ή έστω ένα κάποιο προβληματισμό σαν να 'ναι αυτό μια επιβεβαίωση της δικής μας συνειδητότητας και προβληματισμών και της ύπαρξης ενός μέρους του εαυτού μας πιο ανθρώπινου από τα άλλα. Σαν έτσι να κρατάμε, για να μην απορρίψουμε ένα μέρος του εαυτού μας. Άνθρωποι που μας μοιάζουν και τους μοιάζουμε και μας προκαλούν ένα φόβο πως είμαστε ίδιοι και σπεύδουμε να τους δικαιολογήσουμε ή να τους τιμωρήσουμε βάναυσα. Παίρνει πολύ χρόνο για να ανακαλύψεις πως είσαι εσύ, ένας άλλος, μοναδικός άνθρωπος και οι όποιες ερμηνείες του εαυτού σου είναι δικές σου και δεν μπορείς να τις τοποθετείς δεξιά κι αριστερά δημιουργώντας κλωνοποιημένα συναισθήματα. Και βέβαια η ερμηνεία των άλλων, δεν είναι δική σου ερμηνεία και δεν μπορεί να εισβάλλει στα ενδότερα σου.

Δεν είναι εύκολο να αναλάβεις την ευθύνη του εαυτού σου, μια κάποια έστω ευθύνη μια κι αυτή εξελίσσεται, και να διατηρήσεις ένα ίχνος συνειδητότητας και ειλικρινή προβληματισμού. Κι ίσως κάποια στιγμή να καταφέρεις ή  να σταθείς αρκετά τυχερός και να συλλέξεις περισσότερα κομμάτια σου, απ' αυτά που μοιάζουν κι αυτά που διαφέρουν, χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογήσεις ή να αποστραφείς κάποιο απ' αυτά και να σταθείς ως ένας μοναδικός άνθρωπος και να μπορέσεις να διαχειριστείς την μεταμόρφωση σου. Και πάλι όμως δεν παύεις να αμφιβάλεις, κι αυτή η αμφιβολία είναι ωφέλιμη για την διατήρηση του εσωτερικού απροσμέτρητου και την αποφυγή της πλάνης μιας πλήρης κατανόησης του και της έπαρσης που την ακολουθεί. Μια αμφιβολία και μια έγνοια τόση όση χρειάζεται ώστε να μην μετατρέπονται σε φόβο και πανικό και να μην ροκανίζουν την εσωτερική σου γαλήνη και ισορροπία.

Η γη δεν σταματά ποτέ να κινείται ακόμη κι όταν κάνουμε ένα διάλειμμα απ' αυτήν. Κι είναι εντάξει, κι είναι κάποιες φορές κι απαραίτητο, να κάνουμε ένα διάλειμμα να διαχειριστούμε τα δικά μας ενώ γύρω μας συνεχίζει να συμβαίνει ο κόσμος. Κι είναι εντάξει κάποιες φορές να επιλέγουμε την ιδιωτικότητα μας και την σιωπή μας και να διατηρούμε την πεποίθηση μας πως ο κόσμος εξακολουθεί να είναι εκεί, μα θα χρειαστεί να γνωριστούμε απ' την αρχή μαζί του και να μάθουμε απ' την αρχή να μιλάμε και να ακούμε ο ένας στον άλλο με ένα τρόπο που να βγάζει νόημα και τότε αυτή η αποχή μας απ' το κόσμο μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας  ατέρμονης διαδικασίας συνάντησης, αναγνώρισης κι αποδοχής που διακόπηκε ενσωματώνοντας τη διακοπή στην ίδια αυτή διαδικασία.  

Συμβαίνει να μοιάζει κάποιες φορές ως μόνη διέξοδος να αποστειρώσουμε το περιβάλλον μας και να νιώσουμε ασφαλείς και γαλήνοι μέσα σˊ αυτή την αποστειρωμένη ασφάλεια, αργά ή γρήγορα όμως η ζωή θα βρει ένα τρόπο να παρισφρύσει. Πως διαχειρίζεσαι την ζωή όταν παρισφρέει; Αυτό είναι το ερώτημα και το κριτήριο. Χρειάζεται μια κάποια εντιμότητα για να μην περάσεις το σημείο που μετά απ' αυτό τα πάντα είναι, γίνονται βαρβαρότητα. Είναι απίστευτο πόσους μηχανισμούς διαθέτουμε για να αποφύγουμε αυτή την επώδυνη εντιμότητα κι ευθύνη. Πάντα υπάρχει μια ιστορία να ειπωθεί για ν' αποφύγουμε μια άλλη κι ο εαυτός μας διαθέτει πολλούς εναλλακτικούς ρόλους συμβατούς με την επιλεγμένη αφήγηση μας.

Επιβεβαίωση, αιτιολόγηση και τιμωρία. Τελικά το όριο βρίσκεται στο αν συμβαίνουμε εγωιστικά μόνοι ή μαζί. Αν μεγαλώνουμε μαζί χωρίς όμως να τροφοδοτούμε το μεγάλωμα μας απ' το μεγάλωμα των άλλων. Διατηρώντας τα δικά μου, τα δικά σου και τα κοινά, που κι αν μπερδεύονται δεν ταυτίζονται κι αν μοιάζουν δεν γίνονται ποτέ ίδια. Τότε τα λάθη μπορούν να συγχωρεθούν και να παραμείνουμε γνώριμοι μεταξύ μας χωρίς να έρχεται μια στιγμή που αναρωτιόμαστε ποιος είναι αυτός ο ξένος που προσπαθεί να μας πιάσει το χέρι. Γνώριμοι, χωρίς να απαιτείται να συντροφεύουμε ο ένας τον άλλον. 

Συχνά δεν αρκούν οι απαντήσεις χρειάζεται η ανάγνωση και η αποδοχή τους, μια κάποια μορφή αποδοχής τελοσπάντων, για να προχωρήσεις στο επόμενο βήμα. Είναι αυτές οι επόμενες απαντήσεις που έδωσα στον εαυτό μου μέχρι η αποδοχή τους ως τέτοιες να φέρει άλλες μικρές συνειδητοποίησεις ή διαδοχικές πλάνες.